Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2012

«Μέρες που ΔΕΝ Είναι».


Οι Γιορτές έχουν το πλεονέκτημα να απωθούν οτιδήποτε δυσάρεστο με μια απλή φράση: «…Μέρες που είναι…»
«Ας μη μαλώνουμε, μέρες που είναι».
«Μη με δυσκολεύεις, μέρες που είναι».
«Ας δώσουμε λίγη αγάπη, μέρες που είναι».
«Ας βοηθήσουμε τους φτωχούς, μέρες που είναι».
Η ζωή μας, όμως, αποτελείται κυρίως από εκείνες τις εποχές που περιγράφονται ,όχι ως «Μέρες που Είναι», αλλά ως «Μέρες που ΔΕΝ Είναι».
Στις «Μέρες που Δεν Είναι» το Κοριτσάκι με τα Σπίρτα βρίσκεται ακόμα στη θέση του, μέσα στο κρύο και τη μοναξιά. Δεν ήρθε κανένας παραμυθάς Άντερσεν να το λυτρώσει με ένα ηρωικό φευγιό, να σκορπίσει δάκρυα που θα στεγνώσουν μέχρι την επόμενη ταινία, την επόμενη αφήγηση.
Στις «Μέρες που Δεν Είναι» το κοριτσάκι βλέπει τους γονείς του να γερνούν κάθε μέρα, να μαραζώνουν και να ντρέπονται που είναι άνεργοι, κάθε τους βλέμμα να έχει την αγωνία για το παιδί τους που παλεύει με τους χειμώνες. Κάθε μέρα να περιμένουν τα ψίχουλα που πετούν εκείνοι που χρειάζονται 40 σπίτια για να στεγάσουν την σάπια τους κοιλιά, 54 χρυσά πιάτα για να θρέψουν τη χυδαιότητά τους.
Στις «Μέρες που Δεν Είναι» οι κοινωνίες- αυτές οι κοινωνίες τις οποίες οι άνθρωποι ακόμα προστατεύουν τυφλά και θυσιάζουν ό,τι αγαπούν για να τις υπηρετήσουν- στηρίζονται στον καθοριστικό παράγοντα της Τύχης. Από τον Ντίκενς μέχρι το Χόλιγουντ μαθαίνεις για την κοσμοθεωρία της Ατυχίας.
Ατύχησες να γεννηθείς σε μια κακή γειτονιά του κόσμου.
Ατύχησες να γεννηθείς φτωχός.
Ατύχησες να χάσεις τη δουλειά σου. Το σπίτι σου.
Ατύχησες να βρεθείς ΕΣΥ στον δρόμο.
Η Ατυχία αυτή τιμωρείται.
Και εκλογικεύεται ως ανικανότητα, αποτυχία κι οποιαδήποτε άλλη κυνική εκ τους ασφαλούς διαπίστωση. Οι βασιλικές οικογένειες και οι παρασιτικές αυλές τους πάντοτε βρίσκουν επιχειρήματα για να στηρίξουν το «είναι άξιοι της… Τύχης τους».
Ο πονεμένος γίνεται συνένοχος για το Κακό αυτού του κόσμου.
Του επιτρέπεται μόνο να γίνει κι εκείνος μέρος του Κακού, για να επιβιώσει. «Γιατί έτσι είναι ο κόσμος…»
Και συχνά γίνεται. Και μοιάζει με συνένοχος.
Μα το κοριτσάκι στέκεται ακόμα στη θέση του. Σε μια γωνιά της Αθήνας, σ’ ένα παγκάκι στα Χανιά, σε μια κούτα στο Λονδίνο, σε μια αποθήκη στην Σαγκάη, σε μια παράγκα στην Βομβάη, σε μια καλύβα σ’ ένα μέρος που κανείς δεν ξέρει τ’ όνομά του.
Στέκεται εκεί και κρατά ένα σπίρτο.
Αν απλώς το ανάψει, θα ζεσταθεί για λίγο. Έπειτα η φλόγα θα τρεμοπαίξει. Και το σπίρτο θα σβήσει.
Αν το ανάψει θυμωμένη, μπορεί και να τους κάψει. Ναι, μπορεί! Δεν υπήρξαν ποτέ στην ιστορία Ανάκτορα που να αντέχουν τη φωτιά. Ο θυμός όμως περνά. Και μάλιστα γρήγορα. Και γεννά καινούριους Βασιλείς, λίγο πιο γοητευτικούς στην αρχή. Μα πάντα τα Ανάκτορα θα χωρούν λίγους, πολύ λίγους. Και πάλι έξω θα χει κρύο.
Αν το ανάψει όμως… και μαζί ανάψουν το δικό τους μοναδικό σπίρτο χιλιάδες άλλοι, εκατομμύρια άνθρωποι, τότε θα γεννηθεί μια άλλη φωτιά. Θα είναι εκείνη που μπορεί να τους ζεστάνει όλους.
Θυμηθείτε…
Ένας στρατηγός μπορεί να αντιμετωπίσει τους απείθαρχους στρατιώτες.
Ένας τραπεζίτης μπορεί να αντιμετωπίσει τους φτωχούς.
Ένας σφαγέας μπορεί να αντιμετωπίσει ακόμα και τα πιο ατίθασα ζωντανά του.
Ένας θεός μπορεί να αντιμετωπίσει τον κάθε φοβισμένο.
Κανείς τους όμως δε μπορεί να αντιμετωπίσει τους Ανθρώπους.
Γιατί ποτέ μέχρι τώρα δεν χρειάστηκε να βρει όπλα απέναντί τους. Τους συναντούσε πάντοτε μόνους. Τον κάθε Άνθρωπο μονάχο, μ’ ένα σπίρτο στο χέρι. Ένα σπίρτο που σβήνει. Και μετά σκοτάδι.
Στις «Μέρες που Δεν Είναι» θ’ ανάψει μια φωτιά. Μη βιαστείτε να την περιγράψετε. Δεν είναι σαν εκείνες που έχετε δει με τα μάτια σας. Ονειρευτείτε μόνο τη ζεστασιά της. Κι ανάψτε το σπίρτο σας. Μέσα στον πιο άγριο χειμώνα. Ανάψτε το, μέρες που ΔΕΝ είναι.
Follow on twitter : @koublis

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου