Δευτέρα 23 Ιουλίου 2012

Γκάλης, ένωσε την Ελλάδα και τους μετανάστες της



Σαν σήμερα το 1957γεννήθηκε ο Νίκος Γκάλης, ο κορυφαίος έλληνας καλαθοσφαιριστής όλων των εποχών.

«Είδα τον Γκάλη να κάνει πράγματα, που δεν γινόταν ούτε στους Λέικερς και τους Σέλτικς».
Μπομπ Μάκαντου (παίχτης του ΝΒΑ και του ιταλικού πρωταθλήματος).
«Είπα στους παίκτες μου πως θα μαρκάραμε τους 4 παίκτες του Άρη και κάναμε τα σχέδια μας. Για τον Γκάλη κάναμε την προσευχή μας».
Bόιτσεκ Kραϊόφσκι (προπονητής της Λεχ Πόζναν)
«Ξέρω έναν τρόπο να σταματήσουμε τον Γκάλη: να τον κλειδώσουμε στο ξενοδοχείο!».
Pουντ Xαρεβάιν (προπονητής της Ολλανδίας).


Αυτά είναι ελάχιστα από τα εγκωμιαστικά σχόλια για τον Νίκο Γκάλη, που σήμερα κλείνει τα 54, τον άνθρωπο που άλλαξε τη μοίρα του μπάσκετ στην Ελλάδα, τον μπασκετμπολίστα που «νίκησε το νόμο της βαρύτητας».

Ο Νίκος Γεωργαλής (όπως είναι το πραγματικό όνομα του Γκάλη), παιδί των φτωχών μεταναστών από τη Ρόδο, γεννήθηκε στις 23 Ιουλίου του 1957 στο Νιου Τζέρσεϊ της Νέας Υόρκης και ήταν το τελευταίο από τα 4 παιδιά του Γιώργου και την Στέλλας Γεωργαλή. Πέρασε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια παίζοντας μπάσκετ στις αλάνες της Νέας Υόρκης, έχοντας στο δωμάτιό του κρεμασμένη την αφίσα του ινδάλματός του και πολύ μεγάλου παίκτη της Νέας Υόρκης του Γουόλτ Φρέιζερ. Ο μικρός Νίκος είχε κλίση στον αθλητισμό και ασχολήθηκε αρχικά με το αμερικάνικο ποδόσφαιρο και στην συνέχεια με την πυγμαχία (κάτω και από την καθοδήγηση του τσαγκάρη πατέρα του που ήταν πυγμάχος στα νιάτα του).

Με προτροπή όμως της μητέρας του, που δεν άντεχε να τον βλέπει χτυπημένο και ματωμένο, στράφηκε στο μπάσκετ κάνοντας τα πρώτα του βήματα στο κολέγιο Seaton Hall. Εκεί δεν άργησε να δείξει το ταλέντο του στο σκοράρισμα και την περίοδο 1978-79, στο 4ο έτος των σπουδών του, αναδείχθηκε 3ος σκόρερ του NCAA με 27,5 πόντους μ.ο., πίσω μόνο από τους Μπέρντ και Μπάλντερ. Επόμενο βήμα το ΝΒΑ, όπου τον απέρριψαν. Ο 22χρονος, πλέον, Νίκος Γκάλης ψάχνει ένα μέρος να παίξει μπάσκετ. Η πρώτη ομάδα που μαθαίνει γι’ αυτόν είναι ο Παναθηναϊκός που όμως δεν καταφέρνει τίποτα αφού το μυαλό του Γκάλη είναι ακόμα στο NΒΑ. Λίγο αργότερα ενδιαφέρθηκε και ο Ολυμπιακός για την απόκτηση του, αλλά όπως και ο Π.Α.Ο. χωρίς επιτυχία. Αφού ο Μουρούζης του ΠΑΟ και ο Γιαντζόγλου του Ολυμπιακού απέτυχαν να φέρουν τον «Νικ» στην Ελλάδα φτάνει και η σειρά του Άρη. Όμως στην αρχή και αυτές, όπως και του Π.Α.Ο. και Ολυμπιακού, δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα μέχρι την στιγμή που δυο παράγοντες του Άρη, οι Αλέκος Μιχαηλίδης και ο έφορος της ομάδος, Γιώργος Τσιλιγγαρίδης αποφασίζουν να ενεργήσουν διαφορετικά. Να πάνε προσωπικά στο Νιου Τζέρσεϊ για να πείσουν τον Γκάλη να έρθει. Εφοδιασμένοι με πλαστά χαρτιά (αφού τα πραγματικά είχαν καεί μαζί με την εκκλησία και για να βγουν νέα πρέπει να τα υπογράψει ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Σπυρίδων) που αποδεικνύουν την ελληνικότητα του Γκάλη και με 10.000 δολάρια που μάζεψαν με βοήθειες από οικογενειακούς φίλους φτάνουν στο σπίτι του Γκάλη και καταφέρνουν να πείσουν πρώτα τους γονείς του και στην συνέχεια και τον ίδιο.

Ο Γκάλης δέχθηκε την πρόταση του Άρη αν και μικρότερη από αυτή των δύο αιωνίων, θα λάμβανε 46.000 δρχ, ένα σπίτι και αμάξι για τις μετακινήσεις. Στο μυαλό του είχε ότι θα καθόταν στην Ελλάδα 1-2 χρόνια προκειμένου να βοηθήσει οικονομικά τους γονείς του και ειδικά την -δυστυχώς από τότε- κατάκοιτη μητέρα του.

Στις 28 Σεπτεμβρίου του 1979 ο Νίκος Γκάλης υπογράφει στον Άρη και στις 31 Οκτωβρίου του ίδιου έτους παρακολουθεί τη νέα του ομάδα να κερδίζει το μεγαθήριο της Ευρώπης Μακάμπι Τελ Αβίβ με 104-103 σε ένα δραματικό παιχνίδι που κρίθηκε στην παράταση.

Στις 2 Δεκεμβρίου του 1979 το ελληνικό μπάσκετ γνωρίζει τον μεγαλύτερο Έλληνα παίκτη όλων των εποχών. Ο Νίκος Γκάλης κάνει την πρώτη εμφάνισή του στο τοπικό ντέρμπι με τον Ηρακλή όπου ο Άρης κερδίζει με 79-78 με 30 πόντους του Νίκου Γκάλη. Τα πράγματα στην Ελλάδα ήταν πολύ δύσκολα στην αρχή, οι φίλαθλοι και οι δημοσιογράφοι περίμεναν να δουν έναν παίκτη ύψους 1.91 έτσι όταν διαπίστωσαν στην πρεμιέρα του ότι έχει ύψος 1.83, αλλά μέτρια ποσοστά έλεγαν ειρωνικά ότι «μάζεψε στο πλύσιμο». Από κει και πέρα, ο Γκάλης άρχισε να χτίζει τον μύθο του. Αναδείχθηκε κατ’ αρχάς 11 φορές πρώτος σκόρερ του πρωταθλήματος της πρώτης εθνικής κατηγορίας, από το 1980 μέχρι το 1991.

Σε συλλογικό επίπεδο με τον Άρη Θεσσαλονίκης κατέκτησε οκτώ πρωταθλήματα Ελλάδος (1983, 1985, 1986, 1987, 1988, 1989, 1990, 1991) και εφτά κύπελλα (με τον Άρη το 1985, 1987, 1988, 1989, 1990, 1992 και το 1993 με τον Παναθηναϊκό) κερδίζοντας ταυτόχρονα 5 «νταμπλ», ενώ τρεις φορές συμμετείχε στους τελικούς του κυπέλλου πρωταθλητριών (Γάνδη, Μόναχο, Σαραγόσα).

Στον Άρη αγωνίστηκε για 13 χρόνια, μέχρι το 1992. Ο Άρης τότε βρισκόταν ένα βήμα πριν την χρεωκοπία και ο τότε πρόεδρός του, Θεόφιλος Μητρούδης θέλοντας να κάνει περικοπές των δαπανών, μεγάλο μέρος των οποίων καταλάμβανε το υψηλό συμβόλαιο του Γκάλη, του πρότεινε μείωση των αποδοχών του, κάτι όμως που ο Γκάλης δεν δέχθηκε. Μετά το αναπόφευκτο «διαζύγιο», ο Νίκος Γκάλης κατηφόρισε για την Αθήνα και το ίδιο έτος εντάχθηκε στην ομάδα του Παναθηναϊκού, δεύτερου και τελικού προορισμού της καριέρας του. Εκεί αγωνίστηκε για 3 χρόνια, κερδίζοντας ένα Κύπελλο Ελλάδος, ενώ είχε και μια συμμετοχή σε φάιναλ φορ.

Στις 18 Απριλίου του 1994, ο Γκάλης στην χειρότερη αγωνιστικά μέρα του, στο κλειστό της Νέας Σμύρνης στην αναμέτρηση Πανιωνίου – Παναθηναϊκού στη φάση των πλέι-οφ για πρώτη φορά στην καριέρα του δεν κατάφερε να σημειώσει ούτε έναν πόντο. Κακός οιωνός; ίσως, θα έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες. Το 1995 πάντως, η καριέρα του θα τελειώσει άδοξα, λόγω μιας διαμάχης του, με τον προπονητή του Παναθηναϊκού, Κώστα Πολίτη. Σύμφωνα με τον Γιώργο Ραμπότα (συνεργάτης, φίλος και κουμπάρος του Νίκου Γκάλη) ο άνθρωπος που εισηγήθηκε την πρόσληψη του Πολίτη στον Παναθηναϊκό ήταν ο ίδιος ο Γκάλης, καθώς ο Παύλος Γιαννακόπουλος δεν ήθελε να βλέπει ούτε ζωγραφιστό τον Πολίτη.

Αποχώρησε από το μπάσκετ στις 29 Σεπτεμβρίου του 1995 με την εξής γραπτή δήλωση: «Φεύγω από το άθλημα που αγάπησα πικραμένος. Ζητώ συγγνώμη αν πίκρανα κάποιους και δεν κρατάω κακία σε κανέναν». Έκτοτε ο Γκάλης ασχολήθηκε με τον επιχειρηματικό τομέα και δημιούργησε αθλητικές κατασκηνώσεις στην Χαλκιδική, οι οποίες εισήχθησαν στο Χρηματιστήριο Αθηνών. Ποτέ δεν ασχολήθηκε με την προπονητική, ενώ οι δημόσιες εμφανίσεις του και οι συνεντεύξεις του ήταν ελάχιστες. Με την εθνική Ελλάδος ανακηρύχθηκε πρώτος σκόρερ και στα 4 Ευρωμπάσκετ που έλαβε μέρος κάτι που μόνο ο μεγάλος Γιουγκοσλάβος Ροντιβόι Κόρατς κατάφερε να κάνει. Συνολικά ο Νίκος Γκάλης με την Εθνική Ελλάδος είχε 168 συμμετοχές (99 νίκες – 69 ήττες), πέτυχε 5.130 πόντους, κάτι που μεταφράζεται σε έναν μέσο όρο 30,5 πόντων. Ισως να ήταν ο μοναδικός αθλητής που κατάφερε να ενώσει μια ολόκληρη χώρα (μαζί με τους... μετανάστες της στις διάφορες ευρωπαϊκές χώρες), καθώς τα βράδια της Πέμπτης οι περισσότερες οικογένειες έπαιρναν θέση στους τηλεοπτικούς δέκτες για να θαυμάσουν τον Αρη του Παναγιώτη Γιαννάκη, του Νίκου Φιλίππου , του Λευτέρη Σούμποτιτς, αλλά κυρίως του Γκάλη, που έκανε την Ευρώπη να παραμιλά με τα διαστημικά κόλπα και τις... σαραντάρες που μοίραζε αφειδώς στα αντίπαλα καλάθια!

Πέρυσι, 8 Αυγούστου 2010, ύστερα από 23 χρόνια ο Γκάλης συνοδευόμενος από τη γυναίκα του και την 4χρονη κορούλα του Στέλλα , επισκέφθηκε τον Αγιο Ισίδωρο (φωτό), την πατρίδα του πατέρα του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου