Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2012

Εκκλησία 3: Ιδεολογικοί καθοδηγητές με ράσα (και χωρίς);



της Αντιγόνης Λυμπεράκη
Στο πρώτο άρθρο, «Οικονομικοί Σχολιαστές με Ράσα», είδαμε ότι υψηλά κλιμάκια της Εκκλησίας χρησιμοποιούν το κοινωνικό της έργο για να αποκτήσουν βήμα στον σχολιασμό της οικονομικής πολιτικής. Στο δεύτερο άρθρο, «Κοινωνικοί Μεταρρυθμιστές με Ράσα», είδαμε πώς η Εκκλησία μεγιστοποιεί την εντύπωση του έργου της, φροντίζοντας ταυτόχρονα να μην καταγράφεται αυτό πουθενά. Έτσι αποφεύγει τη σύγκριση με άλλους φορείς και την αναμέτρηση με το μέγεθος των προβλημάτων.

Εδώ, στο τρίτο άρθρο, «Ιδεολογικοί Καθοδηγητές με Ράσα», κρούω ένα κώδωνα κινδύνου για μια πιθανή διολίσθηση που καραδοκεί, αν και ακόμα –ευτυχώς- δεν ‘έχει πραγματοποιηθεί: πρόκειται για την αξιοποίηση της εκκλησιαστικής αγαθοεργίας ως εργαλείο παράκαμψης ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία δεν μπορεί να αγγίξει η κοινωνική πολιτική. Αναφέρομαι εδώ σε αυτό που έχει ονομαστεί στις ΗΠΑ faith-based social policy (‘έμ-πιστη’ ή ‘πιστο-κεντρική’ κοινωνική πολιτική)…

Τι είναι η ‘πιστο-κεντρική’ κοινωνική πολιτική;
Στις ΗΠΑ, η κυβέρνηση Μπους συνειδητά προσπάθησε να ενισχύσει την αγαθοεργή δραστηριότητα οργανώσεων που εξαρτώντο από θρησκευτικές ομάδες ή σέκτες, υποκαθιστώντας κρατικά κοινωνικά προγράμματα.  Ο λόγος ήταν απλός: οι οργανώσεις αυτές δεν είχαν ενδοιασμούς ως προς τη χειραγώγηση
της συμπεριφοράς των ‘πελατών’ τους, αξιοποιώντας συχνά ένα απλουστευτικό και καταναγκαστικό ηθικό κώδικα. Για παράδειγμα, θρησκευτικές οργανώσεις, στο όνομα της καταδίκης της αμαρτίας, χορηγούσαν βοήθεια σε ανύπαντρες μητέρες υπό τον απαράβατο όρο να αλλάξουν τη ζωή τους. Με δεδομένο ότι οι υπερσυντηρητικοί στις ΗΠΑ πιστεύουν ακράδαντα ότι τα κοινωνικά προβλήματα είναι απλές αντανακλάσεις ηθικών και ατομικών ελαττωμάτων, η πραγματοποίηση έργου κοινωνικής πολιτικής είχε προϋποθέσεις που ξεπερνούσαν αυτό που ήταν συνταγματικά επιτρεπτό. Δηλαδή οι θρησκευτικές οργανώσεις έκαναν, με τη σιωπηρή συνενοχή του κράτους, πράγματα που οι ίδιοι οι νόμοι απαγόρευαν. Με αυτό τον τρόπο αναβίωναν τη Μεσαιωνική έννοια των «αξιελέητων φτωχών» (deserving poor).

Στην Ελλάδα, ευτυχώς, οι πρωτοβουλίες που βασίζονται στην πίστη δεν αποτελούν συνειδητό εργαλείο ιδεολογικής καθοδήγησης. Η πλειοψηφία των νηφάλιων στοχαστών της Εκκλησίας εφαρμόζουν το βιβλικό «ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω» (Κατά Ιωάννην, Η:8, η ιστορία της μοιχαλίδας). Παρά ταύτα, μέσα από την έλλειψη διαφάνειας και λογοδοσίας του κοινωνικού έργου της εκκλησίας, είναι σίγουρο ότι μπορεί να διαλανθάνουν και διακρίσεις εις βάρος αυτών που δεν θεωρούνται τμήμα του ποιμνίου, των ξένων, των αμαρτωλών και άλλων μη-ημετέρων.

Βεβαίως και υπάρχουν φωτεινά παραδείγματα ανεκτικότητας, κατανόησης, σεβασμού της διαφορετικότητας, και ίσως μάλιστα να είναι πολλά –ίσως ακόμα και η πλειοψηφία. Η ορθοδοξία φημίζεται εξ άλλου για την ανεκτικότητά της. Κανείς όμως δεν ξέρει. Η έλλειψη διαφάνειας και λογοδοσίας στον τρόπο με τον οποίο η εκκλησία προσεγγίζει το κοινωνικό της έργο, την αφήνει έκθετη σε τέτοιου είδους κριτική, ακόμα κι αν αυτή η κριτική συνολικά είναι άδικη. Αν η Εκκλησία επιθυμεί να διαφυλάξει το κύρος του κοινωνικού της έργου, θα πρέπει με δική της πρωτοβουλία θα πρέπει να καταγράψει την κοινωνική της παρέμβαση με τρόπο έγκυρο και εύληπτο.

Ασφαλώς, η έλλειψη διαφάνειας και στοιχείων αποτελεσματικότητας δεν χαρακτηρίζει μόνο το έργο της εκκλησίας. Δυστυχώς, είναι χαρακτηριστικό του συνόλου της κοινωνικής πολιτικής στην Ελλάδα. Πίσω από το κουρασμένο σλόγκαν ‘άλλο οι αριθμοί και άλλο οι άνθρωποι» επιτρέπεται να εξασκείται πλήθος ρουσφετολογικών και άλλων πελατειακών ρυθμίσεων, πάντα στο όνομα της αλληλεγγύης και της κοινωνικής πολιτικής. Μερικοί φαίνεται αξίζουν μεγαλύτερης αλληλεγγύης από άλλους. Όμως, στην περίπτωση της εκκλησιαστικής αγαθοεργίας, ο κίνδυνος της επιλεκτικής βοήθειας είναι μεγαλύτερος. Υπάρχουν δύο λόγοι γι αυτό: Πρώτον, ο ιδεολογικός πειρασμός αντιγραφής του υπερατλαντικού μοντέλου. Και δεύτερον, ο κατακερματισμός της εκκλησιαστικής αγαθοεργίας, όπου ο σεβασμός των ατομικών δικαιωμάτων επαφίεται στην ευαισθησία και στο φιλότιμο του τοπικού μητροπολίτη. Ούτε καν της Αρχιεπισκοπής, όσο κι αν αυτή θα ήθελε.

Μέσα από το αντιπολιτευτικό μένος πολλών σχολιαστών υπερτονίζεται το κοινωνικό έργο της Εκκλησίας σε αντιδιαστολή με την κρατική κοινωνική πολιτική. Η άλλη όψη είναι η κρατικίστικη αντίληψη πως μόνο το κράτος δικαιούται να ασκεί κοινωνική πολιτική, και οτιδήποτε άλλο αποτελεί σφετερισμό... Δεν χρειάζεται να πάμε ούτε στο ένα, ούτε και στο άλλο άκρο: όλοι χρειάζονται. Στην πραγματικότητα, όση περισσότερη προσπάθεια και όσοι περισσότεροι άνθρωποι κινητοποιούνται για το κοινό καλό, τόσο το καλύτερο. Φτάνει η προσπάθεια αυτή να είναι ανιδιοτελής, να μη διεκδικεί αποκλειστικότητες καλών προθέσεων και να μην οδηγεί σε κοινωνικούς αποκλεισμούς. Τα πρώτα βήματα συμφιλίωσης πρέπει να είναι η ανεκτικότητα και η λογοδοσία.
*Η Αντιγόνη Λυμπεράκη είναι καθηγήτρια οικονομικών στο Πάντειο, μέλος του ΔΣ της Action Aid στην Ελλάδα και στην Κένυα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου