Έχω
γνωρίσει που λέτε, παίδες μου αγαπημένοι, στο πάρτι του φίλου μου του
Γεράσιμου, ένα παιδί που όταν του είπα «χαίρω πολύ» ένιωθα ότι έχαιρα
πολύ. Σπάνιο για μένα, όπως καταλαβαίνετε. Πριν απ’ αυτόν, ας πούμε,
είχα πει «χαίρω πολύ» στον πατέρα του Γεράσιμου που μου άπλωσε ένα
ιδρωμένο χεράκι που στόχευε κάπου στο ύψος του στομαχιού μου. Καθώς το
έσφιγγα ο θεός να με συγχωρέσει αλλά είχα την αίσθηση ότι το χεράκι αυτό
ήθελε να μου πάρει την μπουκιά απ΄ το στομάχι (με είχε τσεκάρει ότι
έφαγα 3 τεράστια σουβλάκια το προηγούμενο πεντάλεπτο).
Το παιδί ήταν ψηλό, ήταν καστανόξανθο, ήταν χωρίς το μούσι του Ρασπούτιν (κόφτε το, ρε ταλιμπανίσκοι, πια, αηδία καταντήσατε) και γενικά ήταν τζάμι.
Την άλλη μέρα με κάλεσε σπίτι του να δούμε τη συλλογή από βροντόσαυρους που διατηρούσε γι' αυτές τις περιπτώσεις. Πήγα, φυσικά. Πρώτον για να τιμήσω το γεγονός ότι κάποιος 28χρονος διατηρούσε δικό του σπίτι (όπως μου τόνισε περί τις 56 φορές ο τύπος. Όπως φαίνεται το «έχω σπίτι» είναι το «έχω κότερο, πάμε μια βόλτα;» της δικιάς μας γενιάς) και επιπλέον γιατί ο βροντόσαυρος ήταν πάντα το αγαπημένο μου ζώο. Μετά την απαραίτητη ξενάγηση που κράτησε περί το 1 λεπτό αράξαμε στον καναπέ και πίναμε τα ποτά μας. Πάνω που άνοιγα την μπύρα νούμερο 3 ακούω έναν παράξενο θόρυβο, κάτι σαν κλάμα ανακατεμένο με ουρλιαχτό φρίκης. Πάγωσε το αίμα μου, παίδες.
-Τι γίνεται, ρε συ; Πεθαίνει κανείς;
Ο δικός μου δεν έδειχνε σημάδια ταραχής. Κατέβαζε την μπυρίτσα του ωραία ωραία. Ή πολύ cool ήταν ή κουφός 97%.
-Μην ανησυχείς. Κάθε μέρα αυτά έχουμε.
-Τι εννοείς; Κάθε μέρα κάποιος ουρλιάζει σπαρακτικά στην πολυκατοικία;
-Ναι, ρε γαμώτο…
-Τι θα πει "ναι, ρε γαμώτο"; Ποιος μένει σ΄ αυτήν την
Το παιδί ήταν ψηλό, ήταν καστανόξανθο, ήταν χωρίς το μούσι του Ρασπούτιν (κόφτε το, ρε ταλιμπανίσκοι, πια, αηδία καταντήσατε) και γενικά ήταν τζάμι.
Την άλλη μέρα με κάλεσε σπίτι του να δούμε τη συλλογή από βροντόσαυρους που διατηρούσε γι' αυτές τις περιπτώσεις. Πήγα, φυσικά. Πρώτον για να τιμήσω το γεγονός ότι κάποιος 28χρονος διατηρούσε δικό του σπίτι (όπως μου τόνισε περί τις 56 φορές ο τύπος. Όπως φαίνεται το «έχω σπίτι» είναι το «έχω κότερο, πάμε μια βόλτα;» της δικιάς μας γενιάς) και επιπλέον γιατί ο βροντόσαυρος ήταν πάντα το αγαπημένο μου ζώο. Μετά την απαραίτητη ξενάγηση που κράτησε περί το 1 λεπτό αράξαμε στον καναπέ και πίναμε τα ποτά μας. Πάνω που άνοιγα την μπύρα νούμερο 3 ακούω έναν παράξενο θόρυβο, κάτι σαν κλάμα ανακατεμένο με ουρλιαχτό φρίκης. Πάγωσε το αίμα μου, παίδες.
-Τι γίνεται, ρε συ; Πεθαίνει κανείς;
Ο δικός μου δεν έδειχνε σημάδια ταραχής. Κατέβαζε την μπυρίτσα του ωραία ωραία. Ή πολύ cool ήταν ή κουφός 97%.
-Μην ανησυχείς. Κάθε μέρα αυτά έχουμε.
-Τι εννοείς; Κάθε μέρα κάποιος ουρλιάζει σπαρακτικά στην πολυκατοικία;
-Ναι, ρε γαμώτο…
-Τι θα πει "ναι, ρε γαμώτο"; Ποιος μένει σ΄ αυτήν την