Το περασμένο Σάββατο, τελείωνα το τακτικό μου άρθρο με τη φράση «…θα πανηγυρίσω μόνο, εάν η Χ.Α. φάει ένα γερό χαστούκι από την κοινωνία και όχι από τα πολιτικά κόμματα.» Ασφαλώς λοιπόν, δεν πανηγύρισα καθόλου, αντίθετα με έζωσαν για άλλη μια φορά τα φίδια για το τι επιπλέον θα γίνει στην κατεστραμμένη ελληνική κοινωνία, μετά από την σταθεροποίηση στην πολιτική ζωή του τόπου, μίας συμμορίας που υποθάλπει το κοινό έγκλημα.
Η Χρυσή Αυγή, το έχω γράψει σε όλους σχεδόν τους τόνους, δεν είναι μια υπόθεση από την οποία ξεμπερδεύει κανείς με συνθήματα ή «επαναστατική αντιφασιστική δράση» που αποτυπώνεται με πληκτρολογημένες μπουρδολογίες στα ηλεκτρονικά κοινωνικά δίκτυα.
Ούτε βέβαια αντιμετωπίζεται με αντίμετρα βίας, αναλόγου επιπέδου, από ομάδες «πολιτικοποιημένων» χουλιγκάνων. Το «ουγκ» του Χρυσαυγίτη δεν ακυρώνεται με το «αντιούγκ» κάποιων άλλων.
Αντίθετα, ταΐζει και ενισχύει τις δυναμικές του Ναζισμού που έχει ήδη προλάβει να αναλάβει το ρόλο του φαιοχίτωνα Ζορρό, γεμίζοντας τα κενά που δημιούργησε αφενός η εγκληματική ελληνική πολιτεία σε συνδυασμό με την (επιεικώς) αφέλεια των Αντιρατσιστικών οργανώσεων.
Τον εξαιρετικά θετικό ρόλο των οποίων δεν μέμφομαι διόλου, ωστόσο αδυνατώ να βάλω κάτω από το χαλί την ανεπάρκεια που επέδειξαν όλα αυτά τα χρόνια.
Η Χρυσή Αυγή και η συμπεριφορά της , όπως και το «επίπεδο» του πολιτικού της λόγου, αποτελούν κατά τη γνώμη μου, το αυθεντικότερο υποπροϊόν του κεντρικού πολιτικού συστήματος που διακυβέρνησε τη χώρα από το 81 και μετά. Η Χρυσή Αυγή, είναι το Τοξικό Απόβλητο της Πολιτικής μας Βιομηχανίας.
Οι ψηφοφόροι της, σε τραγικά μεγάλο βαθμό νεότατοι άνθρωποι, είναι παιδιά που γεννήθηκαν μεγάλωσαν και ενηλικιώθηκαν σε μία χώρα στην οποία το μόνο σταθερό μότο ήταν (συνεχίζει να είναι) ένα: Η αχαλίνωτη και διαρκώς πολλαπλασιαζόμενη διαφθορά του πολιτικού συστήματος.
Μιλάμε, για μια γενιά ανθρώπων που γνώρισαν αποκλειστικά και μόνο, την επιταχυνόμενη παρακμή. Μιλάμε για μια γενιά επαίσχυντων πολιτικών προσώπων που συμπεριφέρθηκαν κατά συρροή ως ιδιοκτήτες της Ελλάδας και ως «θεοί» της μοίρας των ανθρώπων της.
Αυτή ακριβώς την κατάσταση, γονιμοποίησε ο Νικόλαος Μιχαλολιάκος, από πολύ νωρίς, τοποθετημένος σαφέστατα στο πλαίσιο του Εθνικοσοσιαλισμού, για να δημιουργήσει σιγά και σταθερά τον «στρατό» του, προκρίνοντας είτε σιωπηρά είτε όχι, τα μαχαιρώματα και τους ξυλοδαρμούς σε οποιονδήποτε «Άλλο», το μίσος στην Δημοκρατία, την απαξίωση της πολιτικής, τα συνθήματα του τύπου «να καεί το μπουρδέλο η Βουλή».
Η συμπεριφορά της Χ.Α. έναντι του Κοινοβουλίου, δεν διαφέρει σε τίποτα από την ρητορική και την «χειροπρακτική» που ασκούν στο Μεταναστευτικό. Δεν τους ενδιαφέρει το «γιατί» και το «πως», η «λογική» είναι απλή : «πονάει κεφάλι, κόψει κεφάλι».
Πήξαμε στους μετανάστες; Τους μαχαιρώνουμε για να φύγουν αυτοί που είναι ακόμα εδώ